Χατζιδάκις Μάνος

Ο Μάνος (Εμμανουήλ) Χατζιδάκις (Ξάνθη, 23 Οκτωβρίου 1925 - Αθήνα, 15 Ιουνίου 1994) ήταν κορυφαίος Έλληνας συνθέτης, ποιητής, τραγουδοποιός, μαέστρος και πιανίστας.

Θεωρείται ο πρώτος που συνέδεσε μεταπολεμικά, με το θεωρητικό και συνθετικό έργο του, τη λόγια μουσική με τη λαϊκή μουσική παράδοση. Πολλά από τα εκατοντάδες έργα του αναγνωρίζονται σήμερα ως κλασικά. 

Το 1960, του απονεμήθηκε το βραβείο Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού για το τραγούδι “Τα παιδιά του Πειραιά” από την ταινία “Ποτέ την Κυριακή” του σκηνοθέτη Ζυλ Ντασέν. Ωστόσο ο Μάνος Χατζιδάκης δεν παραβρέθηκε στην απονομή για να παραλάβει το βραβείο αλλά ούτε και κάποιος άλλος για εκείνον. Το βραβείο αποστάλθηκε λίγες μέρες μετά ομώς χάθηκε στον δρόμο. Στην φωτογραφία του με το όσκαρ κρατάει της Κατίνας Παξινού από την οποία το δανείστηκε.

Μουσικό στυλ και επιρροές

Ο Χατζιδάκις είναι ο πρώτος που αντιμετωπίζει την παράδοση έξω από το ηθογραφικό πλαίσιο και σε όλη της την έκταση, προσλαμβάνοντας και τα πλέον απορριπτέα –για την κοινωνία της εποχής του– λαϊκά στοιχεία, και εντάσσοντάς τα σε ένα νέο μουσικό κράμα. Από αυτήν τη σκοπιά ο Χατζιδάκις θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συνεχιστής της γενιάς του ’30 στον χώρο της μουσικής. Εξάλλου, ο Χατζιδάκις γαλουχήθηκε με τις ιδέες της γενιάς του ’30 και διατηρούσε ισχυρή φιλία με τους σημαντικότερους εκπροσώπους της.

Στην πορεία αυτή εντάχθηκαν πολύ νωρίς –ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1940– και άλλοι συνθέτες, όπως ο Αργύρης Κουνάδης και ο Μίκης Θεοδωράκης, μετατρέποντας την ιδέα της σύνδεσης της λόγιας μουσικής με τη λαϊκή παράδοση σε κίνημα. Αποτέλεσμα υπήρξε η δημιουργία του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού, όρος που επινοήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη για να περιγράψει το νέο αυτό μουσικό κράμα. Το δίπολο Χατζιδάκις – Θεοδωράκης, με το τεράστιο συνθετικό και θεωρητικό τους έργο, καθώς και με τη σιγουριά της ποιότητας, αποτέλεσε έκτοτε τον βασικό πυλώνα που καθόρισε τις εξελίξεις στην ελληνική μουσική.

Στον νέο χώρο που δημιουργεί η σύνδεση του λαϊκού με το λόγιο ο Χατζιδάκις διατήρησε μια θεωρητική αλλά και αισθητική απόσταση που τον διαφοροποίησε σαφώς από τον Θεοδωράκη: διατήρησε πάντα τη συναίσθηση ότι ο ίδιος είναι μη λαϊκός, ένας αστός παρατηρητής. Παράλληλα προσέγγισε τον όρο «λαϊκός» με αυστηρότητα, αποδίδοντάς του μια σαφή και αφαιρετική έννοια, πέρα από τις συνήθεις κοινοτοπίες:

… Και για να εξηγηθούμε, όταν λέω κάτι λαϊκό δεν το εννοώ και για τον Λαό. Κατά σύμπτωση, ο Λαός κάθε άλλο παρά λαϊκός είναι. Τα μπουζούκια, οι μπαγλαμάδες και οι ζουρνάδες είναι η συνήθειά του. Εμένα μ΄ ενδιαφέρουν εκείνες οι λίγες, οι μοναδικές του στιγμές που ζει, χωρίς καλά-καλά να καταλαβαίνει, την αλήθεια του. Είναι οι στιγμές που είναι σκέτα άνθρωπος, χωρίς τη βία του Χρόνου, χωρίς την αγωνία του Χώρου, χωρίς τη φθορά της Τάξης του…

Το τραγούδι κατά τον Μάνο Χατζιδάκι πρέπει να βασίζεται σε υψηλό ποιητικό λόγο αλλά και να περιέχει έναν ισχυρό μύθο. Τον στόχο αυτό θεώρησε ότι τον πέτυχε για πρώτη φορά με τον κύκλο τραγουδιών «Μυθολογία» (1965) σε στίχους Νίκου Γκάτσου.

Λόγω της τοποθέτησης αυτής πάνω στο τραγούδι, το έργο του Μάνου Χατζιδάκι είναι συνυφασμένο με τη γενικότερη στάση του στα ζητήματα της τέχνης και του δημόσιου βίου.

Σημαντικό έργο

  • Για μια μικρή λευκή αχιβάδα, ερ. 1 (σουίτα για πιάνο)
    1947

  • Λεωφορείον ο πόθος (θέατρο, τργδ: «χάρτινο το φεγγαράκι»)
    1949

  • Ιονική σουίτα, ερ. 7 (έργο για πιάνο)
    1952

  • Η κλέφτρα του Λονδίνου (θέατρο)
    1961

  • The 300 Spartans (κινηματογράφος)
    1961

  • Οδός ονείρων, ερ. 20 (θέατρο)
    1962

  • Ο Μεγάλος Ερωτικός, ερ. 30 (κύκλος τραγουδιών)
    1972

  • Αντικατοπτρισμοί
    1993